Μα να είσαι τέρμα βλάκας?
Λεξικό Τριανταφυλλίδη
βλάκας ο [vlákas] O3 : 1. άτομο που χαρακτηρίζεται από χαμηλό διανοητικό επίπεδο· ηλίθιος*, κρετίνος*. ANT έξυπνος: Δεν μπορεί να καταλάβει, είναι ~. Για βλάκα με περνάς; Tι ~, Θεέ μου, αυτός ο άνθρωπος! Kάνω / παριστάνω το βλάκα, προσποιούμαι ότι δεν καταλαβαίνω κτ. (έκφρ.) ~ με περικεφαλαία / με πατέντα, πολύ βλάκας. ένας ~ και μισός*. 2. ως βρισιά: Kάτσε κάτω, ρε βλάκα. Σου μιλάω, βρε βλάκα, δεν καταλαβαίνεις; 3. (ψυχιατρ.) άτομο με ανεπαρκώς ανεπτυγμένη ευφυΐα· (πρβ. ιδιώτης, ηλίθιος). [λόγ. < αρχ. βλάξ, αιτ. βλάκα]. 4. ως χαρακτηρισμός ατόμου ή πράξης που υπερβαίνει το συνηθισμένο, το κανονικό: μα καλά είσαι τέρμα βλάκας? / αυτά που λες/κάνεις είναι τέρμα βλακείες .
βλάκας ο [vlákas] O3 : 1. άτομο που χαρακτηρίζεται από χαμηλό διανοητικό επίπεδο· ηλίθιος*, κρετίνος*. ANT έξυπνος: Δεν μπορεί να καταλάβει, είναι ~. Για βλάκα με περνάς; Tι ~, Θεέ μου, αυτός ο άνθρωπος! Kάνω / παριστάνω το βλάκα, προσποιούμαι ότι δεν καταλαβαίνω κτ. (έκφρ.) ~ με περικεφαλαία / με πατέντα, πολύ βλάκας. ένας ~ και μισός*. 2. ως βρισιά: Kάτσε κάτω, ρε βλάκα. Σου μιλάω, βρε βλάκα, δεν καταλαβαίνεις; 3. (ψυχιατρ.) άτομο με ανεπαρκώς ανεπτυγμένη ευφυΐα· (πρβ. ιδιώτης, ηλίθιος). [λόγ. < αρχ. βλάξ, αιτ. βλάκα]. 4. ως χαρακτηρισμός ατόμου ή πράξης που υπερβαίνει το συνηθισμένο, το κανονικό: μα καλά είσαι τέρμα βλάκας? / αυτά που λες/κάνεις είναι τέρμα βλακείες .

0 Comments:
Δημοσίευση σχολίου
<< Home